Propaganda, Censorship and Formation of Public Opinion in the Habsburg Monarchy during the First World War, 1914-1918


Essay, 2013
53 Pages, Grade: A+ (10/10)

Excerpt

Περιεχόμενα

Πρόλογος
Ι. Μέρες του Αυγούστου (θέρος 1914 - αρχές 1915)
ΙΙ. Απολυταρχία, Προπαγάνδα και Ψυχαγωγία στην Εμπόλεμη Μοναρχία (αρχές 1915 - τέλη 1916)
ΙΙΙ. Ολοκληρωτικός Πόλεμος, Κρίση και Αποσύνθεση της Πολυεθνικής Αυτοκρατορίας (χειμώνας 1916 - χειμώνας 1918)

Επίλογος

Παράρτημα

Βιβλιογραφικός Οδηγός

Πρόλογος

«Το κορμί της [Μοναρχίας των Αψβούργων] αποσυντίθεται, όντας ακόμη ζωντανό. Σαπίζει, έχει ήδη γίνει συντρίμμια! Ένα γερόντιο, με το ένα πόδι στον τάφο, που το παραμικρό συνάχι μπορεί να το σκοτώσει, κρατάει το θρόνο μόνο και μόνο επειδή, μπορεί ακόμη να κάθεται πάνω του. Για πόσο ακόμη, για πόσο; Η εποχή μας δε μας δέχεται πια! Η πίστη στο Θεό χάθηκε. Η νέα θρησκεία είναι ο εθνικισμός. Οι λαοί δεν πηγαίνουν πια στις εκκλησίες. Συχνάζουν στους εθνικιστικούς συνδέσμους. Η Μοναρχία, η δική μας Μοναρχία, είναι θεμελιωμένη πάνω στην ευσέβεια: πάνω στην πίστη ότι ο Θεός έχει επιλέξει τους Αψβούργους για να κυβερνήσουν δεν ξέρω κι εγώ πόσους χριστιανικούς λαούς. Ο Αυτοκράτοράς μας είναι ένας εγκόσμιος αδελφός του Πάπα, η δική του Αυτοκρατορική και Βασιλική Αποστολική Υψηλότης είναι μία και μοναδική, καμιά άλλη δεν είναι τόσο αποστολική όσο αυτός, κα-μιά άλλη στην Ευρώπη δεν είναι τόσο εξαρτημένη από τη Χάρη του Θεού και από την πίστη των λαών στη Χάρη του Θεού. Ο Γερμανός Κάιζερ θα συνεχίζει να βασιλεύει, ακόμα κι αν τον εγκαταλείψει ο Θεός, ενδεχομένως βασιζόμενος στη Χάρη του Έθνους. Ο Αυτοκράτορας της Αυστροουγγαρίας δε δικαιούται να εγκαταλειφθεί από το Θεό. Να που τώρα όμως ο Θεός τον εγκατέλειψε!» [1]

Η παραπάνω εξαιρετικά γλαφυρή εικόνα της πολυεθνικής αυτοκρατορίας των Αψ-βούργων, όπως την εμπνεύστηκε ο Josef Roth στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αποδίδει στο ακέραιο τις εν πολλοίς κατεστημένες ακόμα αντιλήψεις για την κατά-σταση της Μοναρχίας στα χρόνια αμέσως πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακόμη και εντός της ακαδημαϊκής κοινότητας. Σύμφωνα με αυτές, η Μοναρχία συνιστούσε μια προνεοτερική επιβίωση στην καρδία της σύγχρονης Ευρώπης, ένα αρχαϊκό οικοδόμη-μα που κατά τρόπο αφύσικο αντιστεκόταν στην επέλαση των κεντρόφυγων δυνάμεων των εθνοτήτων που φώλιαζαν στα σπλάχνα της. ‘Υπέργηρη’ όπως έχει αποκληθεί[2] (εμφανής η σωματοποίηση και η ταύτιση της με τον ηλικιωμένο Φραγκίσκο Ιωσήφ) και πλέον αποδυναμωμένη, φαινόταν να μην έχει άλλη επιλογή από την προσκόλλη-ση στη γερμανική συμμαχία. Ο Μεγάλος Ευρωπαϊκός Πόλεμος που κατά ειρωνεία της Ιστορίας, η ίδια προκάλεσε, αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα της, απελευθερώνο-ντας έτσι τις ζωτικές αυτές δυνάμεις που το απαρχαιωμένο αυτοκρατορικό σύστημα κρατούσε επί δεκαετίες δέσμιες του. Η πτώση της δυναστείας χάρισε επίσης, υποτίθε-ται, στην κεντροανατολική Ευρώπη το πλέον σύγχρονο για την εποχή μοντέλο οργά-νωσης των ανθρώπινων κοινωνιών δηλαδή το εθνικό, παρέχοντας της την ευκαιρία να παρακολουθήσει τις ευρύτερες ευρωπαϊκές κοινωνικές και πολιτισμικές εξελίξεις.

Αρκετά χονδροειδές, το αφήγημα αυτό στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο εκ των υστέρων κατασκευασμένο παρελθόν των διάδοχων κρατών της Αυστροουγγαρίας ενώ δίνει υπερβολική έμφαση στα γεγονότα της συντηρητικής πολιτικής και στρατιω-τικής ιστορίας, αγνοώντας τα αξιοσημείωτα επιτεύγματα της Μοναρχίας στον οικονο-μικό και πνευματικό τομέα στα τέλη του 19ουαιώνα[3], τα οποία ανέδειξε η έρευνα από τη δεκαετία του 1970 και εξής. Παρομοίως, η παλαιότερη πεποίθηση που ήθελε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως τη φάση της πλήρους και μη αναστρέψιμης παρακμής πλέον έχει υποχωρήσει κατόπιν συντονισμένων πληγμάτων από τους ιστορικούς. Μια από τις πιο πρόσφατα αναδεδειγμένες -και λιγότερο μελετημένες- πτυχές της σύγ-κρουσης είναι αυτή της προπαγάνδας και ιδιαίτερα αυτής που εκπορεύονταν ή έστω επηρεαζόταν σημαντικά από τις αυστροουγγρικές αρχές, ενός αγώνα για την επα-ναχάραξη πεποιθήσεων και την αναδιαμόρφωση συνειδήσεων, τη μάχη εν τέλει για τον «έλεγχο της καρδιάς και του νου» όπως εύστοχα το έχει θέσει ο Mark Cornwall[4]. Το ζήτημα αυτό της επιλεκτικής απεικόνισης της πραγματικότητας συνδέεται στενά με αυτό του ελέγχου διακίνησης της (έντυπης κυρίως) πληροφορίας και μαζί αποτε-λούν δύο πυλώνες που επηρέαζαν αποφασιστικά (όχι όμως εξ ολοκλήρου) τη διαμόρ-φωση της κοινής γνώμης. Η επεξεργασία των τριών αυτών στοιχείων σε στενή εξάρ-τηση και αλληλεπίδραση μεταξύ τους ως τώρα δεν έχει αποτελέσει το θέμα κάποιας σχετικής μονογραφίας και αυτό το κενό επιχειρεί να καλύψει η παρούσα μελέτη. Το ζήτημα παρουσιάζει ενδιαφέρον διότι στη Μοναρχία απουσίαζε το εθνικά ομοιογενές αυτό υπόβαθρο που χαρακτήριζε όλους σχεδόν τους άλλους εμπολέμους και επέτρε-ψε τη μαζική συστράτευση του πληθυσμού υπό την επιρροή μιας εθνικά προσα-νατολισμένης προπαγάνδας για την υπηρέτηση του πολεμικού σκοπού. Το πρόβλημα της συσπείρωσης γύρω από κάποια κοινά σύμβολα και πεποιθήσεις αποκτά νέες δι-αστάσεις υπό το πρίσμα της ευθύνης της Αυστροουγγαρίας για την κήρυξη του πολέ-μου, αλλά και των απογοητευτικών επιδόσεων των δυνάμεων της στα πεδία των μα-χών. Τα μέσα λοιπόν με τα οποία η δυναστική εξουσία επιχείρησε να κινητοποιήσει τα δεσμά πίστης των πολιτών θα μας απασχολήσουν καθώς επίσης και οι λόγοι από-τυχίας επίτευξης μιας ουσιαστικότερης ενότητας και η διάλυση της αυτοκρατορίας.

Προκύπτει στη συνέχεια το ακανθώδες ζήτημα της εννοιολόγησης των υπό εξέτα-ση όρων. Αν η λογοκρισία έχει κατά βάση αρνητικά χαρακτηριστικά και μπορεί να ο-ριστεί σχετικά απλά ως η κάθε επέμβαση από ανώτερη αρχή στα προϊόντα του λόγου και της τέχνης και η συνακόλουθη αφαίρεση ή τροποποίηση του περιεχομένου τους, τότε ο έτερος πυλώνας της αναζήτησής μας -η προπαγάνδα και ο ορισμός της- έχει προκαλέσει εντονότερες συζητήσεις. Ένας σύγχρονος Βρετανός ειδικός έχει επ’ αυ-τού υποστηρίξει ότι η προπαγάνδα συνιστά[5]:

«μια προσπάθεια να επηρεαστεί η στάση ενός συγκεκριμένου κοινού μέσα από τη χρήση γεγονότων, εικόνων, επιχειρημάτων ή προτάσεων -συχνά υποστηριζόμενη από την απαλοιφή του ασυμβίβαστου μ’ αυτήν υλικού- σε μια συντονισμένη προσπάθεια διαμόρφωσης στο δέκτη συγκεκριμένων πιστεύω, αξιών και πεποιθήσεων τα οποία πρόκειται να υπηρετήσουν το συμφέρον του συγγραφέα, συνήθως παράγοντας μια επιθυμητή γραμμή δράσης.»

Άλλοι ιστορικοί όπως ο Th. Bussemer συνηγορούν στα παραπάνω στοιχεία αυτού του κεντρικού πολιτικού ζητήματος του 20ουαιώνα [6], ενώ επισημαίνουν ακόμα τον μη αντικειμενικό, αλλά βαθιά συμβολικό χαρακτήρα αυτής της μορφής επικοινωνίας, τη στράτευση του κατά βάση για την επίτευξη πολιτικών και επιστημονικών στόχων και την διακλάδωση του σε πέραν του ενός είδη [7].

Στο υποείδος της πολεμικής προπαγάνδας θα εστιάσει η παρούσα μελέτη, ειδικά δε σ’ αυτό που αφορά στη χρονική περίοδο 1914-18, μια εποχή που οι ανάγκες ευρύτερης πολεμικής κινητοποίησης επέβαλαν στις ιθύνουσες τάξεις όλων των εμπό-λεμων χωρών την ενίσχυση των δεσμών πίστης των πολιτών τους ή αντίστροφα την αποξένωση των υπηκόων των αντίπαλων κρατών από τις παραδοσιακές ελίτ τους και τη βαθμιαία απονομιμοποίηση της εξουσίας των τελευταίων με απώτατο στόχο βεβαί-ως την τελική επικράτηση στον μεγάλο ευρωπαϊκό πόλεμο. Σαφέστατα οι υπηρεσίες που μπορούσαν να παράσχουν οι προαναφερθέντες μέθοδοι, ήταν σε θέση να απο-φέρον εξαιρετικά ωφέλημα αποτελέσματα, ένα στοιχείο που πρώτοι οι Βρετανοί ανα-κάλυψαν, οργανώνοντας την πλέον αποτελεσματική υπηρεσία προπαγάνδας σε σχέση με κάθε άλλη δύναμη. Οι καρποί του έργου του λόρδου Northcliffe και του Henry Wickham Steed ήταν αρκετοί για να εδραιώσουν την εικόνα της αδιαφιλονίκητης βρετανικής επικράτησης στον τομέα της προπαγάνδας, γεγονός που επέφερε τον μοι-ραίο παραγκωνισμό των αντίπαλων τους μεταπολεμικά σε ιστοριογραφικό επίπεδο. Με την εξαίρεση της Γερμανίας που τις τελευταίες δεκαετίες έχει δεχθεί το αξιοση-μείωτο ενδιαφέρον πολλών μελετητών, η τσαρική προπαγάνδα επισκιάστηκε από την κατοπινή κομμουνιστική επανάσταση ενώ όσον αφορά και τη Γαλλία, συγκεκριμένοι μόνο τομείς (η εμπλοκή των διανοούμενων στον πόλεμο) έχουν προσελκύσει μέρος του ερευνητικού κοινού. Το ενδιαφέρον των διανοούμενων για αυτό το ιδιαίτερο είδος πολέμου φάνηκε από πολύ νωρίς. Έτσι ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, διανοητές όπως ο Kurt Baschwitz[8], o Edgar Stern-Rubarth[9], o Ferdinand Toennies[10] και ιδίως ο Harold Lasswell [11] συνέγραψαν, αντλώντας παραδείγματα από τον πρόσφατο πόλεμο, τις πρώτες μελέτες δυτικοκεντρικού όμως χαρακτήρα με τη Μοναρχία να ωθείται βασικά στο περιθώριο. Αρκετές δεκαετίες χρειάστηκε να περά-σουν για να δημιουργηθεί η επιθυμία κάλυψης του αξιοσημείωτου κενού. Έτσι αίσθηση προκάλεσε η καινοτόμος μελέτη του M. Cornwall, The Undermining of Austria- Hungary (2000) που ανέδειξε τον πλούτο των ιδεολογικών συγκρούσεων στα πολεμικά μέτωπα της Μοναρχίας. Τα μεταγενέστερα έργα του Ch. Schwendinger και του Andrea Orzoff για την προπαγάνδα μέσω του Τύπου και της Maureen Healy, ανθρωπολογικής φύσεως που σχετίζονται με την πρόσληψη του πολέμου στα αστικά κέντρα, έδρασαν επίσης ενισχυτικά. Θερμότερης υποδοχής, ήδη από τη δεκαετία του 1980, είχε τύχει το ζήτημα της σχέσης των καλλιτεχνών με την προπαγάνδα είτε αυτοί ήταν υπέρ της (Hugo von Hofmannsthal, Hermann Bahr) είτε εναντίον (Karl Kraus). Στη σπουδή πάνω στον τελευταίο είναι αφιερωμένα τα πονήματα του John Halliday και του Edward Timms, σχετίζονται δε άμεσα και με την επιβολή της λο-γοκρισίας στην εμπόλεμη αυτοκρατορία[12], ενός θεσμού με μακρά παράδοση στη Μοναρχία, στον οποίο εστίαζε η σημαντική μελέτη του Gustav Spann, Zensur in Oesterreich waehrend des ersten Weltkrieg (1972) που αποτέλεσε και την πρώτη του είδους. Προσφάτως, οι έρευνες της Tamara Scheer βοήθησαν περαιτέρω στην κατά-νόηση αυτού του γενικά παραμελημένου από την ιστοριογραφία κλάδου.

Όλα τα προαναφερθέντα ζητήματα μεθοδολογικής ή ερμηνευτικής φύσεως επιβάλλουν και την ιδιαίτερη δομή του παρόντος πονήματος που αφορά στην κατάτμηση του ιστορικού χρόνου, ανάλογα με τις διακυμάνσεις της κοινής γνώμης, η οποία άλλωστε τίθεται στο επίκεντρο της μελέτης μας, και με τρόπο τέτοιο ώστε να γίνονται κατανοητές οι αλληλεπιδράσεις των δυνάμεων που προσδοκούσαν στη διατήρηση της αυτοκρατορίας σε συνάρτηση πάντα με τις διαθέσεις του πληθυσμού στο εσωτερικό και τις εχθρικές κινήσεις στο μέτωπο[13]. Η τριμερής διάκριση που έπεται αφορά εν πρώτοις τους πρώτους μήνες της εμπόλεμης κατάστασης με την κήρυξη του πολέμου στη Σερβία και ακολούθως στη Ρωσία και την αναδιοργάνωση των κρατικών υπηρεσιών ώστε να ανταποκριθούν στις διαφορετικές συνθήκες του πολέμου και στην αυξημένη ανάγκη ελέγχου και διαχείρισης των υπαρχόντων πόρων. Διακρίνεται από πνεύμα αισιοδοξίας, συσπείρωση γύρω από τις αυτοκρατορικές επιδιώξεις και επιθυμία λήψης εκδίκησης από το αναιδές σερβικό βασίλειο. Η δεύτερη ενότητα εκτείνεται χρονικά στο σύνολο του 1915, ως και τους τελευταίους μήνες του 1916. Η αρνητική εξέλιξη σε όλα τα μέτωπα, οι εκατόμβες των νεκρών στρατιωτών, η εμφάνιση των πρώτων ελλείψεων σε τρόφιμα και λοιπά βασικά είδη και κυρίως η θεωρούμενη ως προδοτική είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, προκάλεσαν κρίση και κύμα κατήφειας στον πληθυσμό που πλέον αντιλαμβανόταν το είδος και τη μακρά διάρκεια της σύγκρουσης στην οποία είχε εμπλακεί. Η απόπειρα του κράτους να αποσπάσει τους πολίτες στα μετόπισθεν από τα προβλήματα τους, συνάντησε περιορισμένη επιτυχία. Η διόγκωση της δυσαρέ-σκειας εξαιτίας των αυξανόμενων ελλείψεων, της στρατιωτικής αδυναμίας και της επιχειρησιακής υποδούλωσης στη γερμανική διοίκηση οδηγούν στη λήξη μιας φάσης και στην εγκαινίαση της τρίτης και πλέον ζοφερής περιόδου της ετοιμοθάνατης Μο-ναρχίας που σφραγίστηκε στην έναρξη της από τη δολοφονική επίθεση κατά του Αυ-στριακού πρωθυπουργού Stuergkh και το θάνατο από φυσικά αίτια του γηραιού μο-νάρχη Φραγκίσκου Ιωσήφ. Η καθίζηση του κράτους στα όρια της οικονομικής και διατροφικής καχεξίας, η αυξανόμενη αναξιοπιστία του ηγεμονικού οίκου και η περαι-τέρω πτώση του ηθικού λόγω της εισόδου των ΗΠΑ στον πόλεμο παρά τις ελπίδες που γέννησε η συνθηκολόγηση της Ρωσίας, συνιστούν τα φαντάσματα μιας εφιαλτι-κής διετίας που ο νεαρός αυτοκράτορας Κάρολος δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει. Ένα επιλογικό κεφάλαιο σχετίζεται με τα κοινωνικά αδιέξοδα, η απαξίωση της πα-λαιάς τάξης τόσο από τις συναποτελούσες εθνότητες της Μοναρχίας όσο και από τις δυτικές δυνάμεις και τέλος την ήττα των Γερμανών συμμάχων που σήμαναν το τέλος των εγχειρημάτων ελέγχου του πληθυσμού και πολύ περισσότερο το τέλος της αιωνόβιας Μοναρχίας του Δούναβη. Η στάθμιση των επιτευγμάτων και των αποτυ-χιών του πολυεθνικού κράτους κατά την υπό εξέταση περίοδο καταλαμβάνει το τελι-κό, συμπερασματικό τμήμα της μελέτης μας.

Μια τελική επισήμανση πρέπει να γίνει, εν είδει υστερόγραφου. Τα στοιχεία και οι πληροφορίες που περιγράφονται παρακάτω αναφέρονται στη συντριπτική τους πλειο- οψηφία στους Αυστριακούς και στους Μαγυάρους (Ούγγρους) με τις παραπομπές στους υπόλοιπους λαούς της Μοναρχίας να γίνονται μόνο σποραδικά και φευγαλέα. Κριτήριο για την επιλογή αυτής της δομής δεν ήταν επ’ ουδενί κάποιο ανεδαφικό στερεότυπο περί κατωτερότητας των υπόλοιπων εθνοτήτων: Τσέχων, Σλοβάκων, Σλοβένων, Κροατών, Σέρβων, Ρουμάνων, Ρουθηνών (Ουκρανών), Πολωνών και Ιτα-λών. Χωρίς αυτή την πανσπερμία των λαών αυτών, η αψβουργική αυτοκρατορία δεν θα είχε και αυτόν τον πολυσυλλεκτικό και τόσο ιδιαίτερο χαρακτήρα της, αλλά μια εντελώς διαφορετική μορφή. Μόνο κριτήριο για την ενασχόληση με τις δύο, κατά κοινή ομολογία των ειδικών, σημαντικότερες και ισχυρότερες εθνότητες της Μο-ναρχίας υπήρξε αυτό του χώρου και της ορθολογικής και εύχρηστης οργάνωσης του υλικού, ώστε να μπορέσει ο αναγνώστης να αντικρίσει ένα κατά το δυνατόν πληρέ-στερο σύνολο των πτυχών της εξέλιξης αυτού του κράτους κατά το Μεγάλο Πόλεμο. Η μελέτη των υπόλοιπων, ίσως λιγότερο ισχυρών, μα εξίσου ενδιαφέροντων εθνικών ομάδων της Μοναρχίας βάσει των αξόνων και της προβληματικής που θέσαμε παρα-πάνω, συνιστά μια νέα και συναρπαστική πρόκληση για την ιστορική έρευνα και για το μελλοντικό θεράποντα της Κλειούς.

Ι Μέρες του Αυγούστου (θέρος 1914 – αρχές 1915)

Όταν στις 28 Ιουνίου 1914, το οπλισμένο χέρι ενός Σέρβου εθνικιστή φοιτητή έ-δωσε βίαια τέλος στη ζωή του διαδόχου του θρόνου των Αψβούργων και της συζή-γου του, οι σαρωτικές αλλαγές που λίγα μόλις χρόνια αργότερα θα βίωνε η ευρωπαϊ-κή φάνταζαν αδιανόητες ακόμη και στους πιο διεισδυτικούς παρατηρητές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αγνοούσαν και τη σημασία του γεγονότος αυτού. Ο Josef Redlich, βουλευτής και επιφανής πολιτικός στοχαστής της Μοναρχίας, σημείωσε τότε στο η-μερολόγιο του: «Αυτή η μέρα είναι η μέρα ενός κοσμοϊστορικού γεγονότος […] η ώρα του πεπρωμένου για τους Αψβούργους βρίσκεται επί θύρας» [14]. Πένθος για το διάδοχο, έναν ελάχιστα συμπαθή εξάλλου άνθρωπο, υπήρξε ελάχιστο αφού όλοι είχαν στραμ-μένο το βλέμμα στο μέλλον, στον ενδεχόμενο πόλεμο. Ο Τύπος σε Αυστρία και Ουγγαρία στις αρχές του 20ουαιώνα φημιζόταν για τον υψηλό βαθμό ανάπτυξης του[15]: υπήρχαν στη Βιέννη του 1915, τουλάχιστον τριάντα ημερήσιες εφημερίδες στα γερμανικά, σλοβένικα και τσέχικα ενώ στη Βουδαπέστη αμέσως πριν τον πόλεμο, κυκλοφορούσαν σχεδόν σαράντα έντυπα ενημέρωσης στα γερμανικά, ουγγαρέζικα, σλοβάκικα, αγγλικά, γαλλικά και ρουμάνικα. Ήταν δε δεδομένο ότι αυτή η έντυπη πανσπερμία ατένιζε κατά περίπτωση ποικίλους υπερεθνικούς, εθνικούς ή ταξικούς στόχους. Οι αμφιταλαντεύσεις του Τύπου απέναντι σε ένα κοινό που διψούσε για ενημέρωση, δεν περνούσαν απαρατήρητες. Η Neue Freie Presse [16], προπύργιο της βιεννέζικης φιλελεύθερης άποψης και πυλώνας του αυτοκρατορικού καθεστώτος, αποφαινόταν στις 30 Ιουνίου 1914 ότι παρά τις δολοφονίες στο Σαράγιεβο «ως θεμελιώδεις στόχοι της πολιτικής της Μοναρχίας παρέμεναν η ειρήνη με τιμή και δίχως αδυναμία και με την υπεράσπιση των συμφερόντων (μας)». Λίγες εβδομάδες ακόμη μετά, διατράνωνε τη βεβαιότητα της ότι «δεν πρόκειται να βρεθεί ο άνδρας που θα δώσει την εντολή να ξεκινήσει να φλέγεται ο κόσμος χάριν της Μεγάλης Σερβίας» (16 Ιουλίου). Προοδευτικά βέβαια άρχισε να υιοθετεί μια πιο φιλοπόλεμη στάση, λέγο-ντας ότι «οι τοπικές συρράξεις δεν έπρεπε να επεκτείνονται σε παγκόσμιους πολέμους» (18 Ιουλίου). Ταυτόχρονα και η ουγγρική Pester Lloyd υιοθέτησε επίσης συγκρατη-μένη στάση εν αναμονή των εξελίξεων [17]. Ο σοσιαλδημοκρατικός ( Arbeiterzeitung)[18] και ο παγγερμανικός Τύπος ( Alldeutsche Tagblatt) έδειχνε να στρέφεται προς την ει-ρήνη σε αντίθεση με τους συντηρητικούς χριστιανοκοινωνιστές που μέσα από το όρ-γανό τους, την Reichspost, καλούσαν για άμεση κήρυξη πολέμου, μια κίνηση που ασφαλώς δεν ήταν τυχαία αφού και ο ίδιος ο Φραγκίσκος Φερδινάνδος είχε συνδεθεί στενά με το εν λόγω έντυπο[19]. Όταν λοιπόν, στις 26 Ιουλίου, οι Σέρβοι απέρριψαν το εκβιαστικό αυστριακό τελεσίγραφο, λίγοι κατελήφθησαν εξ απήνης[20].

Η σύμπλευση της κοινής γνώμης με την επίσημη κρατική πολιτική ή η απόρριψή της ήταν ένα καίριο ζήτημα που μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά ακόμα και την ίδια την ύπαρξη της Μοναρχίας. Ο Τύπος διαδραμάτιζε πολύ σημαντικό ρόλο στο σημείο αυτό για να αφεθεί το περιεχόμενο των φύλλων του στα πατριωτικά αισθήμα-τα του εκάστοτε αρθρογράφου. Ειδικές κρατικές υπηρεσίες έπρεπε να οργανωθούν με σκοπό τον έλεγχο της διακίνησης των πληροφοριών και της αυστηρής επιτήρησης του προς δημοσίευση υλικού. Οι προϋποθέσεις άλλωστε για τη μετάβαση σε μια πο-λεμική απολυταρχία ( Kriegsabsolitismus) δεν έλλειπαν. Ο αυστριακός πρωθυπουρ-γός, κόμης Karl Stuergkh κυβερνούσε από το Μάρτιο του 1914 με βάσει το άρθρο 14 του συντάγματος, έχοντας αναστείλει τη λειτουργία του κοινοβουλίου[21]. Η λογοκρι-σία στον Τύπο, βιβλία και επιστολές, μολονότι είχε ουσιαστικά απαγορευτεί το 1848, εντούτοις ήταν δυνατό να επανεπιβληθεί χάρη στις ‘Διατάξεις έκτακτων συνθηκών’ ( Befugnisse der Regierungsgewalt zu Ausnahmsverfuegungen’, Απρίλιος 1869) που παρείχε τη δυνατότητα περιστολής βασικών δικαιωμάτων που διασφαλίζονταν από το σύνταγμα[22] όπως την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι[23]. Από το 1904/05, όταν τα νέφη του πολέμου έμοιαζαν να πυκ-νώνουν, είχαν γίνει οι πρώτες απόπειρες δημιουργίας ενός οργανισμού ελέγχου του Τύπου με τη συνεργασία τμημάτων των αυτοκρατορικών υπουργείων και γενικό συ-ντονιστή το κόμη Friedrich Beck-Rzikowsky. Αυτή η προσπάθεια κατέληξε στη σύ-σταση το 1912 του Πολεμικού Γραφείου Επιτήρησης ( War Surveillance Office, Krieg- sueberwachungamt, KUeA) που λειτουργούσε στα όρια της συνταγματικής νομιμότη-τας και δραστηριοποιούνταν πρωταρχικά στη συγκέντρωση πληροφοριών και στην επιβολή λογοκρισίας και δευτερευόντως στη δημιουργία συστημάτων ελέγχου των τηλεγραφικών και τηλεφωνικών δικτύων. Στις 31 Ιουλίου, η δημιουργία της KUeA α-νακοινώθηκε επίσημα αφού είχε προηγηθεί τρείς μέρες πριν η επιβολή κατάστασης έκτακτης ανάγκης προκειμένου να επιτευχθεί: «ο προσανατολισμός όλων των δυνά-μεων του κράτους στη σίγουρη και καθολική επίτευξη των στόχων του πολέμου» όπως είχε τονίσει ο πρωθυπουργός Stuergkh[24]. Η KUeA που υπαγόταν απευθείας στο υπουργείο πολέμου και είχε ως επικεφαλής τον Leopold Schleyer von Pontemalghera, αναδείχθηκε στη διάρκεια του πολέμου στον σημαντικότερο φορέα της κυβερνητικής λογοκρισίας, είχε το δικαίωμα απαγόρευσης δημοσίευσης οποιουδήποτε εγγράφου δεν συνέπλεε με την επίσημη πολιτική όπως και εισόδου στη χώρα επικινδύνου ιδεο-λογικά υλικού [25]. Στην πραγματικότητα, η KUeA χάραζε τις κύριες κατευθυντήριες γραμμές στην πολιτική της λογοκρισίας, όμως η καθημερινή λογοκρισία στον Τύπο και τις επιστολές ασκούνταν από την politische Behoerden I. Instanz’, η οποία λάμ-βανε συστηματικά οδηγίες από την KUeA και συμπεριλάμβανε την ‘ Staatanwalt- schaft ’, την ‘ Wiener Polizeidirektion ’ και την ‘ Bezirkshauptmannschaft ’. Από τις υ-πηρεσίες αυτές, ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος του έργου της λογοκρισίας είχε αναλάβει η Staatanwaltschaft. Εγκέφαλος αυτού του μηχανισμού ήταν ο ‘ Obersta- atsanwalt fuer Presssachen ’, Dr. Kurt Hager και υφιστάμενοι συνεργάτες του ήταν ο Dr. Schwelle και ο Dr. Sacher. ο μηχανισμός με τη συγκεκριμένη σύνθεση λειτούργη-σε ως και τους πρώτους μήνες του 1917[26]. (βλ. και σελ. 47 – Παράρτημα, εικ. 1 & 2)

Ίση περίπου ιεραρχικά θέση στον τομέα αυτό του δημόσιου μηχανισμού κατείχε το Πολεμικό Γραφείο Τύπου ( Kriegspressequartier, KPQ) με κύριο τομέα ενδιαφέρο-ντος την πολεμική ειδησεογραφία, αλλά και με ευρύτερες αρμοδιότητες που άπτο-νταν του θετικού επηρεασμού του Τύπου στο εσωτερικό και το εξωτερικό και της ανάπτυξης καλών σχέσεων μεταξύ της διοίκησης και του Τύπου, της διεξαγωγής ενεργής προπαγάνδας εντός και εκτός των συνόρων της Μοναρχίας, της προώθησης της δημόσιας εικόνας της δυναστείας και της απόκρουσης της εχθρικής προπα-γάνδας [27]. Παραπλήσιες αρμοδιότητες, μα περιορισμένες μόνο στους κύκλους του υπουργείου εσωτερικών είχε το Λογοτεχνικό Γραφείο του υπουργείου ( Literarische Bureau). Πιο συγκεκριμένα, το KPQ εξέδιδε το δικό του έντυπο επίσημης πληροφό-ρησης ( Hoefer Berichte) και μπορούσε να επιτρέψει σε δημοσιογράφους να επισκεφ-θούν το μέτωπο. Στη συγκεκριμένη υπηρεσία, της οποίας τα προϊόντα σήμερα φυλάσσονται στο Πολεμικό Αρχείο της Βιέννης (Kriegsarchiv, KA), είχαν εργαστεί επιφανείς μορφές του πνεύματος όπως ο Stefan Zweig [28] και ο Reiner Maria Rilke, όμως το ύφος των κειμένων γρήγορα κουράζει με τον ξηρό και μονότονα εγκωμια-στικό χαρακτήρα του[29]. Ένα ουσιαστικό γνώρισμα της KPQ και ευρύτερου του αυ-στριακού κατασταλτικού μηχανισμού, ήταν ότι μάλλον απλώς επέβλεπε και περιόριζε τις δραστηριότητες του ήδη υπάρχοντος Τύπου παρά οργάνωνε μια αυτόνομη, εξω-στρεφή προπαγάνδα, κάτι που έλαβε χώρα σε μαζικό βαθμό με αρκετά μεγάλη καθυστέρηση, όχι πριν το 1917[30]. Η λειτουργία πάντως τόσο της KUeA, όσο και της KPQ που αμφότερες υπάγονταν σε στρατιωτικό έλεγχο, επέτρεψαν τη μεγάλη διεύρυνση της εξουσίας της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης ( Armeeoberkomman- do, AOK) και σε περιοχές της αυτοκρατορίας που βρίσκονταν μακριά από τα σημεία διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων[31]. Ο στρατός δηλαδή ασκούσε πλήρη εξου-σία στην λεγόμενη ‘πολεμική ζώνη’ ( Kriegsgebiet, Βοσνία/Σερβία, Γαλικία, αργότε-ρα Τιρόλο και Β. Ιταλία), όμως στη λεγόμενη ‘ενδοχώρα’ ( Hinterland, γερμανόφωνες περιοχές, Βοημία, εν μέρει Μοραβία), η ΑΟΚ ήταν υπόλογη στην πολιτική διοίκηση, γεγονός που αργότερα δημιούργησε την έντονη δυσαρέσκεια του επιτελείου που θεωρούσε πως όλα τα δεινά προέρχονταν από το εσωτερικό που δεν ήλεγχαν[32]. Οι υ-πηρεσίες λογοκρισίας δεν ήταν όμως αμερόληπτες απέναντι στο υλικό που επεξερ-γάζονταν. Ο γερμανόφωνος Τύπος γενικώς απολάμβανε μεγαλύτερη ελευθερία συ-γκριτικά με τον αντίστοιχο τσεχόφωνο, ο οποίος δέχτηκε σκληρές διώξεις. Αρκετοί εκδότες προσπάθησαν να εφαρμόσουν ένα είδος εσωτερικής αυτολογοκρισίας, ώστε να αποφύγουν τα λευκά κενά με ποικίλα αποτελέσματα. Η διάκριση αυτή, σε συν-δυασμό με την ευρέως διαδεδομένη αριστοκρατική πατρωνία ( Protektion) και ευνοιο-κρατεία που επέτρεπαν τη δραστηριότητα ορισμένων διανοούμενων έναντι άλλων, δεν μπορούσε να καθιστά τις διαφορές ανάμεσα στις εθνότητες ακόμα πιο βαθιές [33].

Ήδη από την έναρξη του πολέμου, οι Αρχές ενδιαφέρθηκαν για την προοπτική προπαγανδιστικής εργαλειοποιησης των τεχνών. Ιδιαίτερα όσον αφορά στις πλαστι-κές τέχνες, χώρο ελκυστικό λόγω της αδυναμίας ανάδειξης των διαφορών μεταξύ των ποικίλων εθνοτήτων, το Πολεμικό Γραφείο Τύπου, οργάνωσε την Ομάδα Τέχνης ( Kunstgruppe), αποτελούμενη από 120 περίπου καλλιτέχνες που είχαν προσφερθεί εθελοντικά, αποφεύγοντας έτσι και την υπηρεσία στο μέτωπο. Το εγχείρημα ωστόσο υπονομεύτηκε, όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας Karl Hans Strobl στα απομνημονεύ-ματα του, από τους ανώτερους αξιωματικούς της υπηρεσίας που ήταν επαγγελματίες στρατιωτικοί και ελλιπώς εξοικειωμένοι με καλλιτεχνικά ζητήματα[34].

Στα εδάφη του Στέμματος του Αγ. Στεφάνου, η κατάσταση διαφοροποιούνταν ε-λαφρώς[35]. Εδώ δεν υπήρξε αναστολή της λειτουργίας του κοινοβουλίου, όμως όλοι οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του πολιτικού σώματος συμφώνησαν να παραμερίσουν τις διαφορές τους εν όψει των απαιτήσεων του πολέμου ( Treuga Dei) ενώ και στην Ουγγαρία ίσχυσαν συνθήκες έκτακτης ανάγκης. Στο σημείο αυτό πρέπει να επιση-μανθεί ότι το εκλογικό σύστημα της Ουγγαρίας συνιστούσε ένα από τα συντηρητικό-τερα της Ευρώπης, επιτρέποντας τη δυνατότητα έκφρασης σε ένα εξαιρετικά συρρικ-νωμένο τμήμα του πληθυσμού, στη συντριπτική του δε πλειοψηφία ουγγρικό. Συνε-πώς ο βαθμός περιστολής των ελευθεριών δεν απείχε πολύ από το αυστριακό μισό της Μοναρχίας. Σε αρμονία με τους Αυστριακούς, οι Μαγυάροι ιθύνοντες σχημάτι-σαν το δικό τους μηχανισμό λογοκρισίας, την Επιτροπή Επιτήρησης του Πολέμου ( Hadifeluegyeleti Bizottsag, HFB, αναφερόμενη στο αυστριακό μισό και ως Kriegs- ueberwachungskommission, KUeK) που κατά την πολεμική περίοδο συνεργαζόταν στενά με τους Αυστριακούς ομολόγους της [36]. Θα ήταν ωστόσο σφάλμα να υποθέσει κανείς ότι η κατάσταση πολιορκίας έφερε τη στενότερη συνεργασία των δύο Reichs- haelfe. Στην Ουγγαρία, σύμφωνα με τον Josef Redlich, ο δυναμικός πρωθυπουργός, Istvan Tisza, εξακολούθησε να διαπραγματεύεται υπό όρους με την κυβέρνηση της Βιέννης, θέτοντας πάντα σε πρώτη προτεραιότητα τα ουγγρικά εθνικά συμφέροντα [37].

Σύμφωνα με το καινούργιο καθεστώς όσον αφορά στο βαθμό ελέγχου του Τύπου, οι εκδότες ήταν υποχρεωμένοι λίγες ώρες πριν τη δημοσιοποίηση οποιοδήποτε κειμέ-νου, να αποστέλλουν το υλικό αυτό με τη μορφή ενός δείγματος ( Pflichtexemplar) προς έγκριση στα γραφεία της λογοκρισίας στη Βιέννη. Τα τμήματα που θα κρίνο-νταν ακατάλληλα προς δημοσίευση θα λογοκρίνονταν ενώ η αναπροσαρμογή του κειμένου ήταν μια δυσχερής διαδικασία εξαιτίας της έλλειψης χρόνου και του κό-στους, Αυτοί οι παράγοντες σε συνδυασμό με τον συχνά απρόβλεπτο χαρακτήρα της λογοκρισίας, είχε ως αποτέλεσμα εφημερίδες με λευκά κενά στη θέση του ανάρμο-στου κειμένου ( weisse Flecken). Αυτή η διόλου διακριτική πρακτική του κρατικού μηχανισμού που δεν απαντούσε στη σύμμαχο Γερμανία, αργότερα θα γεννούσε πολλές εντάσεις και εκδήλωση της κοινής γνώμης εμφανώς κατά τέτοιων απολυταρ-χικών μεθόδων, κάτι που σε συνδυασμό με την κυριαρχούσα πολυγλωσσία του Τύ-που, θα γεννούσε πλήθος δυσκολιών στους κρατικούς λειτουργούς. Τα δε λευκά κενά λειτούργησαν απλώς ως παράγοντες που διόγκωναν τη σύγχυση και την ανεξέλεγκτη διάδοση φημών. Ακόμη όμως και σε σύγκριση με τα υπόλοιπα εμπόλεμα κράτη, η αυστροουγγρική λογοκρισία ήταν ιδιαίτερα σκληρή, αγγίζονταν τα επίπεδα των ημε-ρών του πρίγκιπα Metternich. Άφησε δε στα υπάρχοντα έντυπα ουσιαστικά δύο μόνο επιλογές: να συνεχίσουν να υπάρχουν προσαρμόζοντας το περιεχόμενο τους στις απαιτήσεις της πολιτικοστρατιωτικής δικτατορίας των Stuergkh-Hoetzendorf, ή να υποστούν το βαρύ χέρι του λογοκριτή και εν τέλει να αναστείλουν τη λειτουργία τους επ’ αόριστον. Πράγματι πολλές εφημερίδες κυρίως μικρής και μέσης εμβέλειας ακο-λούθησαν τη δεύτερη επιλογή, όμως για τους κολοσσούς των επικοινωνιών δεν ετί-θετο τέτοιο ζήτημα εξαιτίας της ευρύτερης αποσταθεροποίησης στο εσωτερικό που θα προκαλούσε μια ενδεχόμενη παύση των δραστηριοτήτων τους.

[...]


[1] Βλ. Josef Roth, Το Εμβατήριο Ραντέτσκυ, μτφρ. Δημ. Δημοκίδης, Αθήνα: εκδ. Ροές, 2009: 238-239.

[2] Βλ. Benedict Anderson, Φαντασιακές Κοινότητες: στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθ-νικισμού, μτφρ. Π. Χατζαρούλα, Αθήνα: Νεφέλη, 1997: 159-164.

[3] Η παραγωγή αξιόλογων επιστημονικών εργασιών έλαβε χώρα σε όλο το τελευταίο τέταρτο του 20ουαιώνα. Ενδεικτικά, ως ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν τα παρακάτω: W. Johnston, The Austrian Mind (1972), W. McGrath, Dionysian Art and Populist Politics in Austria (1974), C. Schorske, Fin-de-Siecle Vienna: Politics and Culture (1980), F. Morton, A Nervous Splen-dor, Vienna 1888-1918 (1981), M. Rosenblit, The Jews in Vienna 1967-1914 (1983), H. Segel, The Vienna Coffeehouse Wits 1890-1938 (1993), D. Good, The Economic Rise of the Habsburg Monarchy (1984), J. Miklos, The Habsburg Monarchy as a Common Market (1986).

[4] Βλ. Cornwall, 2000: 2.

[5] Βλ. Paddock (ed.), 2004: 8, όπου παραπέμπει στο Philip M. Taylor, The Projection of Britain: British Overseas Publicity and Propaganda 1919-1939, Cambridge: Cambridge Univ. Press, 1981, 4-5. Ενδια-φέρουσες νύξεις κάνει επιπλέον ο Schwendinger, 2011: 22.

[6] Βλ. Schwendinger, 2011: 6.

[7] Βλ. Thymian Bussemer, Propaganda, Konzepte und Theorien, Wiesbaden: Verlag fur Sozial-wissenschaften, 2005. Ο Schwendinger, 2011: 18-31, 63-72 αφιερώνει ένα σημαντικό τμήμα του έργου του στην εξοικείωση με τα ποικίλα χαρακτηριστικά, τις εκφάνσεις και τους ορισμούς που κατά και-ρούς έχουν αποδοθεί στην προπαγάνδα.

[8] Der Massenwahn, Μόναχο: C. H. Beck, 1923

[9] Die Propaganda als politisches Instrument, Βερολίνο: Trowitzsch, 1921

[10] Kritik der oeffentlichen Meinung, Βερολίνο: J. Springer, 1922

[11] Propaganda Technique in the World War, Νέα Υόρκη: Garland Press, 1972 (1927)

[12] Βλ. το συνοπτικό, αλλά περιεκτικό άρθρο του John Halliday, “Satirist and Censor: Karl Kraus and the Censorship Authorities during the First World War”, Μόναχο: Edition Text + Kritik, 1986, όσο και το εκτεταμένο έργο του Edward Timms, Karl Kraus: Apocalyptic Satirist, New Heaven/Λονδίνο: Mc-millan Press, 1986, πραγματικά σημείο αναφοράς στον τομέα του. Στο τελευταίο πόνημα παρουσιάζο-νται και τα μοναδικά μεταφρασμένα αποσπάσματα του κορυφαίου αντιπολεμικού έργου του Kraus, Die letzten Tage der Menschheit ( Οι τελευταίες Μέρες της Ανθρωπότητας), προσβάσιμου έως σήμερα μόνο στο πρωτότυπο εξαιτίας της δύσχρηστης και ιδιότυπης γλώσσας του συγγραφέα. Για το έργο αυ-το, βλ. Beller, 1999: 150-154.

[13] Για την εισαγωγή του εν λόγω συστήματος κατάτμησης του ιστορικού χρόνου, βλ. Healy, 2004: 24-25, όπου με τη σειρά της παραπέμπει στο J. Redlich, Oesterreichische Regierung und Verwaltung im Weltkriege, Βιέννη/New Heaven: Yale Univ. Press, 1925, 113-46 και 242-83. Οι λόγοι της διάκρισης και τα χαρακτηριστικά της κάθε υποπεριόδου περιγράφονται αναλυτικά.

[14] Παρατίθεται στο Herwig, 1997: 8.

[15] Για μια πολύ συνοπτική αναπαράσταση της πορείας του γερμανόφωνου Τύπου στη Μοναρχία από το 1848 ως την έναρξη του πολέμου, βλ. Schwendinger, 2011: 39-42. Για μια συνολικότερη οπτική, βλ. Orzoff, 2004: 165

[16] Σύμφωνα με τον Arthur May, η θέση της Neue Freie Presse ήταν μοναδική: εγκαθιδρυμένη το 1848 με κέντρο τη Βιέννη, είχε το 1914 πάνω από 110.000 συνδρομητές, εξάπλωνε το δίκτυο της σε όλη την αυτοκρατορία και θεωρούνταν γενικά μια από τις πλέον αξιόπιστες πηγές ενημέρωσης, παραβλέποντας ωστόσο συστηματικά τα αιτήματα των εθνοτήτων για παραχώρηση περιφερειακής αυτονομίας, αλλά στηρίζοντας από την άλλη τις διεκδικήσεις τον εργαζομένων για διεύρυνση των κοινωνικών παροχών και στην παροχή του καθολικού εκλογικού δικαιώματος. Βλ. Orzoff, 2004: 163-164 και Schwendinger, 2011: 45-46.

[17] Η Pester Lloyd ήταν το αντίστοιχο της Freie Neue Presse στην Ουγγαρία: πανεθνικής εμβέλειας και πιστή στη δυναστεία (είχε κατηγορηθεί για παράνομη λήψη κρατικών κονδυλίων).Βλ. Orzoff,2004:164

[18] Η Arbeiterzeitung ιδρύθηκε το 1889 με τον εξέχοντα αυστρομαρξιστή Viktor Adler ως διευθυντή της, αποτελώντας το επίσημο όργανο του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και πραγματευόμενη βεβαί-ως ανάλογα κοινωνικά ζητήματα. Αφού στόχευε κυρίως στα εργατικά και τα μικροαστικά στρώματα, μοιραία ήρθε σε σύγκρουση με την Illustrierte Kronen- Zeitung που απευθυνόταν στο ίδιο κοινό. Η Arbeiterzeitung μέχρι την αρχή του πολέμου τύπωνε σχεδόν 50.000 φύλλα ημερησίως, συνιστώντας έτσι έναν από τους μεγαλύτερους οίκους ενημέρωσης στη Μοναρχία. Βλ. Schwendinger, 2011: 47-48.

[19] Βλ. Schwendinger, 2011: 33, 48-49. Η Reichspost έκανε την εμφάνιση της το 1894 με σκοπό να εκφράσει τα χριστιανικά καθολικά συναισθήματα των λαών όλης της αυτοκρατορίας (‘ volkstuemliche katholische Tageszeitung fuer ganz Oesterreich- Ungarn’) και διάθεση να οδηγήσει σε συσπείρωση των ποικίλων πληθυσμιακών ομάδων, με σαφή όμως πρόθεση να κρατηθεί μακριά από την πατρωνία της κυβέρνησης και του μεγάλου κεφαλαίου. Χαρακτηριστικά, ο υπότιτλος της εφημερίδας ήταν ‘Ανε-ξάρτητο Ημερήσιο Φύλλο για τον χριστιανικό Λαό της Αυστρίας’ ( Unabhaengiges Tagblatt fuer das christliche Volk Oesterreichs’). Στις στήλες της κυριαρχούσε η πολιτική αρθρογραφία με συχνές προ-εκτάσεις σε εκπαιδευτικά και εκκλησιαστικά ζητήματα. Το όργανο έκφρασης των χριστιανοκοινωνι-στών είχε κατορθώσει να ανεβάσει την παραγωγή της σε 36.000 φύλλα στις αρχές του πολέμου.

[20] Τα αποσπάσματα του Τύπου παρατίθενται στο Ferguson, 2008: 430.

[21] Με αυτόν τον τρόπο δεν ήταν πλέον εφικτή η αντίδραση των αιρετών αντιπροσώπων του λαού στην θέσπιση κανόνων περιστολής των ελευθεριών. Βλ. Halliday, 1988: 615 και Healy, 2004: 9-10.

[22] Η ελευθερία της έκφρασης διασφαλιζόταν θεωρητικά μέσα από το άρθρο 13 του συντάγματος ενώ και η λογοκρισία (‘ die zeitweilige und oertlich Suspension’) έπαψε να υφίσταται και επίσημα το 1874. Βλ. σχετικά Halliday, 1988: 615.

[23] Για τη δυνατότητα επιβολής μιας νόμιμης δικτατορίας, βλ. Scheer, 2007, 70-71, Schwendinger, 2011: 56 Spann, 1991: 31-32

[24] Βλ. Halliday, 1988: 615-616 και Healy, 2004: 9. Σε παρόμοιες δηλώσεις για τη χρησιμότητα των εκ-τάκτων μέτρων υπέρ της αίσιας έκβασης του πολέμου, είχε προβεί και το υπουργείο εσωτερικών. Βλ. Schwendinger, 2011: 57. Το ερώτημα των ενδεχόμενων ωφελημάτων χάρη στην επιβολή μιας δικτατο-ρίας, επεξεργάζεται και ο Cornwall: 2000, 18.

[25] Για την KUeA, βλ. Cornwall, 1992: 52, Spann, 1991: 33-34, Scheer, 2007: 72-74, Schwendinger, 2011; 57-59, Halliday, 1988: 616-617 και συνολικά για τη φύση της στρατιωτικής διοίκησης, βλ. Beller, 1999: 133 και Herwig, 1997: 77-79.

[26] Βλ. Halliday, 1986: 179 και 1988: 616-617. Ο Dr. Hager έχει χαρακτηριστεί ως: «ένας εύθυμος άνθ-ρωπος που δείχνει μεγάλη κατανόηση στα ζητήματα του Τύπου.»

[27] Για την KPQ, βλ. Beller, 1999: 132-133 και Cornwall, 2000: 26-27.

[28] O Stefan Zweig ήταν αυστριακός συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1881 στη Βιέννη, όπου και σπούδασε όπως και στο Παρίσι. Επηρεάστηκε κυρίως από τον Hofmannsthal, τον Rilke και τον Freud. Το σημα-ντικότερο έργο του θεωρείται ‘ο κόσμος του χθες’ που δημοσιεύτηκε μετά την αυτοκτονία του το 1942.

[29] Για την παραγωγή κρατικών προπαγανδιστικών εντύπων, βλ. Beller, 1999: 133. Εκδιδόταν ακόμα και το πατριωτικό περιοδικό Oesterreich- Ungarn im Waffen και από το Μάρτιο του 1917, σ’ αυτό προ-στέθηκε και το Donauland. Για τα Hoefer Berichte και για τη σχέση Τύπου και στρατιωτικών Αρχών, βλ. Cornwall, 1992: 53-54.

[30] Βλ. Cornwall, 2000: 40-41 και Orzoff, 2004: 168.

[31] Βλ. Beller, 1999: 133-134, Cornwall, 2000: 18-19 και Herwig, 1997: 78.

[32] Βλ. Halliday, 1986: 178-179.

[33] Για τις εθνικές διαφορές σε σχέση με τη λογοκρισία, βλ. Beller, 1999: 134-135 (οι Τσέχοι θεωρού-νταν εξ αρχής αναξιόπιστοι από τις κεντρικές Αρχές λόγω του σλαβικού τους δεσμού με τους Ρώσους) και Cornwall, 1992: 55-56, για το ζήτημα της αυτολογοκρισίας, βλ. Cornwall, 2000: 26 και 2002: 181. Η έννοια της προστασίας ( Protektion) είναι κεντρικής σημασίας για την κατανόηση των δομών της αυστριακής κοινωνίας. Επ’ αυτού, βλ. William Johnston, The Austrian Mind: An Intellectual and So-cial History 1848-1938 (1972), 30-44. Η κοινωνική κατακραυγή που προέκυψε στα τελευταία χρόνια του πολέμου κατά αυτής της μορφής διαφθοράς της διοίκησης αποτυπώνεται και στον Spann, 1985: 161-162 που τεκμηριώνει τις θέσεις του και με πρωτογενές υλικό. Μια από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις δε χορήγησης προστασίας και σχετικής ελευθερίας κινήσεων από υψηλόβαθμα στελέχη της διοίκησης ήταν ο Karl Kraus με το περιοδικό του Die Flecke (1914-1917). Βλ. σχετικά, Halliday, 1986: 181-185.

[34] Για την Ομάδα Τέχνης, πρβλ. Beller, 1999: 131. Για το εν πολλοίς ανεξερεύνητο θέμα της προπαγα-νδιστικής χρήσης της γλυπτικής από τις αψβουργικές αρχές μεσούντος του πολέμου, βλ. το διαφωτι-στικό άρθρο του Andreas H. Zajic, “Die Kriegsbildhauer im Dienst des k.u.k. Kriegspressequartiers im Ersten Weltkrieg”, Oesterreichische Zeitschrift fuer Kunst und Denkmalpflege, Bd. 59, 2005.

[35] Η κατάσταση της Τρανσλιθανίας διέφερε απ’ αυτήν του αυστριακού μισού της Μοναρχίας και εξαι-τίας της αυταρχικής πολιτικής εξουγγρισμού που οι Μαγυάροι είχαν εφαρμόσει στο παρελθόν και κα-θιστούσαν τη νομιμοφροσύνη λαών όπως οι Ρουμάνοι, αμφίβολη με αποτέλεσμα των αυξημένο βαθμό επιφυλακής της πολιτικής ελίτ. Για τα έκτακτα μέτρα και τον πολεμικό μηχανισμό καταστολής, βλ. δι-εξοδικά, Scheer, 2011: 427-444.

[36] Για τον μηχανισμό της λογοκρισίας στην Ουγγαρία επιπρόσθετα, βλ. συνοπτικά Orzoff, 2004: 166, Schwendinger, 2011: 57 και Spann, 1991: 34 και πιο αναλυτικά, βλ. Scheer, 2007: 71-72. Στο πολιτικό σύστημα της Ουγγαρίας και στις διαφορές του από το αυστριακό, αναφέρεται ο Cornwall, 2000: 22-23.

[37] Βλ. Scheer, 2007: 72, όπου παρατίθεται και το σχετικό απόσπασμα από το έργο του Redlich.

Excerpt out of 53 pages

Details

Title
Propaganda, Censorship and Formation of Public Opinion in the Habsburg Monarchy during the First World War, 1914-1918
College
National & Kapodistrian University of Athens  (Department of History and Archaeology)
Course
Europe during the First World War (1914-1918)
Grade
A+ (10/10)
Author
Year
2013
Pages
53
Catalog Number
V262361
ISBN (eBook)
9783656512172
ISBN (Book)
9783656511625
File size
1739 KB
Language
Modern Greek
Tags
propaganda, censorship, formation, public, opinion, habsburg, monarchy, first, world
Quote paper
Christos Aliprantis (Author), 2013, Propaganda, Censorship and Formation of Public Opinion in the Habsburg Monarchy during the First World War, 1914-1918, Munich, GRIN Verlag, https://www.grin.com/document/262361

Comments

  • No comments yet.
Read the ebook
Title: Propaganda, Censorship and Formation of Public Opinion in the Habsburg Monarchy during the First World War, 1914-1918


Upload papers

Your term paper / thesis:

- Publication as eBook and book
- High royalties for the sales
- Completely free - with ISBN
- It only takes five minutes
- Every paper finds readers

Publish now - it's free